Ο Εσταυρωμένος Διόνυσος

a8d4cbf4-08eb-4b56-b07c-61bf8433c8c7

 

Ο Εσταυρωμένος Διόνυσος

«τα μεγάλα αγαθά διά της μανίας»

Του Μίμη Ανδρουλάκη

Αγαπητοί αναγνώστες του Μίκη καθώς γυρίζουμε μαζί τις σελίδες στο «Λυκόφως» μας καταλαμβάνει το τραγικό αίσθημα του Οιδίποδα επί Κολωνό. Είμαστε οι ανήξεροι που ξέρουμε –ανίκανοι να αποκωδικοποιήσουμε τα σημάδια που προανήγγειλαν το χαμό- και τώρα, που βγάλαμε τα μάτια μας, αρχίσαμε να βρίσκουμε το φως μας κι ακούμε τη Φωνή να μας προειδοποίει ότι σε λίγο περνούμε σε ένα άλλο τόπο, άβατο, όπου δεν επιτρέπεται τίποτα το συνηθισμένο, το κανονικό. Εκεί καθώς αφήνουμε την κώμη του Κολωνού και πιάνουμε στου Φιλοπάππου για τον Ιερό Βράχο -οδός Επιφανούς Ένα- μας περιμένει πάντα ένας Διόνυσος που καταστρέφει τις ορθολογικά κτισμένες ψευδαισθήσεις μας, αποκαλύπτει το μεγαλείο και τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας κι απελευθερώνει την ενέργεια και τις κρυμμένες δυνατότητες της ύπαρξής μας. Δίχως αυτόν η τραγική αίσθηση του ναυαγισμού εξατμίζεται και η ορμή προς εθνική και ατομική λύτρωση-κάθαρση στερείται ψυχικού βάθους.

«Είστε ευτυχισμένος;», τον ρωτά ένα κορίτσι στο «Λυκόφως»

«Μπορώ να πω πως ναι», απαντά.

Αν μπορούσαμε να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο γιατί όχι και τον Εσταυρωμένο Διόνυσο; Ο θνήσκων και αναγεννώμενος, ο σταυροαναστημένος Μίκης δίνει νόημα αρκετό να γεμίσει την καρδιά μας μες στον καταποντισμό, ρίχνει ένα δικό του φως που μας αποζημιώνει για τον εφιάλτη πού ζούμε και μοιράζεται μαζί μας μια ψυχική ευδαιμονία και συνάμα μια μεγάλη απορία για τον όγκο του έργου του «Σαν να μην είμαι εγώ αυτός που βλέπω αλλά κάποιος άλλος» σημειώνει. Μάταια βάζει στον βίο του χρονικά όρια. Δεν ήταν τελικά τα ενενήντα, δεν θα είναι τα εκατό. Έτσι κι αλλιώς θα καλείται και θα επιστρέφει πάντα όπως ο Κρητικός Επιμενίδης για τον καθαρμό και τη λύτρωση από το Κυλώνειον Άγος κάθε φορά που θα εξαπλώνεται σαν επιδημία το μίσος και η καταστροφή. Πολλές γενιές από δω και πέρα θα γνωρίσουν τη Θεοδωρακίκη αφύπνιση. Τη διαρκή ένταση ανάμεσα στο πεπερασμένο και το άπειρο του Εσταυρωμένου Διόνυσου.

Η τραγική αίσθηση –η ωδή του Τράγου- στον Μίκη δεν είναι φτιαχτή, ένα μουσικό-διανοητικό κατασκεύασμα. Έχει βαθιά ρίζα, κληρονομική. «Αν υπήρχε ένας οικογενειακός θυρεός των κρητικών παππούδων μου» συνηθίζει να λέει «θα έπρεπε να είναι ένας Τράγος, που στο ένα κέρατο θα είχε μία λύρα και στο άλλο ένα ντουφέκι». «Ντουφέκι και παζάρι» ήταν το μοτίβο του συμπατριώτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, «ντουφέκι και λύρα», επανάσταση και τέχνη, πολιτισμός και πολιτική το δικό του. Όταν βέβαια τον ρωτούν ποια προσωπικότητα σφράγισε την Ελλάδα του 20ου αιώνα απαντά: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Άρης Βελουχιώτης». Εμείς όμως δεν ανήκουμε σε αυτούς που δεν συγχωρούν τον Μίκη γιατί επέζησε και δεν πάσχουμε από το γνωστό σύνδρομο του φθόνου προς τους ζωντανούς και της εξιδανίκευσης των πεθαμένων και γι’ αυτό δηλώνουμε ότι στον μεγάλο ιστορικό χρόνο η πλήρης απάντηση στο σχετικό ερώτημα είναι: «Ελευθέριος Βενιζέλος και Μίκης Θεοδωράκης». Λευτέρης και Μίκης λοιπόν, έστω κι αν ο δαίμων των συμπτώσεων τους θέλει συμπατριώτες και συγγενείς από τους Σπυριδάκηδες, με κοινή ρίζα στον οπλαρχηγό των κρητικών επαναστάσεων Βασίλη Χάλη. Ο πολυδιάστατος Μίκης –ένας μοναδικός και ανεπανάληπτος συνδυασμός ιδιοτήτων παγκοσμίως- ενσωματώνει και υπερβαίνει θετικά τη μεγάλη στιγμή. «Άρης» του αριστερού και ελληνικού δράματος ναι υπερβαίνει καθώς το τραγικό αίσθημα που εκείνος αποδεσμεύει αφορά στη μεταμόρφωση του Ανθρώπου σε οριακές στιγμές, δεν υπόκειται στις κατηγορίες της νίκης και της ήττας, ξεπερνά τα κομματικά σύνορα και τους ιστορικούς φράκτες.

Ο Μαρξ ζήλευε τον Αισχύλο, ο Φρόυντ τον Σοφοκλή, κι οι σύγχρονοι σοφολογιότατοι τον Μίκη γιατί η τραγική αίσθηση αποκαλύπτει τα καλά κρυμμένα μυστικά της ανθρώπινης συνθήκης που πασχίζουν να ανακαλύψουν οι θεωρίες. Ο Μίκης αντιπροσωπεύει μια Νέα Σκηνή, δίχως δικό του Μπαϊρόιτ, τη Νέα Ορέστεια του Ελληνισμού και της Ευρώπης κι εμείς Πυλάδηδες, ταπεινοί συνοδοιπόροι, προσπαθούμε να μυηθούμε στη Θεοδωρακική μυθολογία και ειρωνεία, στη Θεοδωρακική διαλεκτική που λέει ότι δεν λέει και δεν λέει ότι λέει. Στην Θεοδωρακική υπερβολή που δεν είναι παρά η βαθύτερη αλήθεια τεντωμένη σαν χορδή στα ακρότατά της όρια. Κι ο ίδιος γίνεται όπως μας αποκαλύπτει, από πέντε έως εκατόν πέντε ετών μια σαΐτα που διατρέχει τον ορίζοντα, αψηφά τους νόμους της βαρύτητας και μαζί με τους λυράρηδες προγόνους του τραγουδά: «Πάντα μ’ αρέσει να πέτω με κόντρα τον αέρα, δεν τα διπλώνω τα φτερά κι ας με πετάξει πέρα». Όμως η Θεοδωρακική Μούσα παντού και πάντα θα μας αιφνιδιάζει, θα μας εκπλήσσει, θα μας προκαλεί. Η ουτοπία της είναι γειωμένη, έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας αλλά δεν φυλακίζεται στα όριά της, κάνει ελεύθερα τις επιλογές της αλλά σε συνθήκες που δεν επέλεξε ελεύθερα αλλά της επιβλήθηκαν από το παρελθόν, τις κληρονόμησε από την παράδοση και τον συσχετισμό των δυνάμεων. Με δύο λόγια έχει αφομοιώσει την κεντρική ιδέα του Μαρξ ότι η ανθρωπότητα θέτει στην ημερήσια διάταξη μόνο τα προβλήματα που μπορεί να επιλύσει. Να ακόμα μια διαλεκτική ένταση ανάμεσα στη Θεοδωρακική ουτοπία και στον αμείλικτο Θεοδωρακικό εναλλακτικό ρεαλισμό χωρίς όρια. Ναι ρεαλισμό ακόμα κι όταν φαίνεται να σβήνει τη φωτιά με τη φωτιά όπως κάναν παλιά στα κρητικά βουνά. Δεν κρύβεται στα δύσκολα. Παρεμβαίνει, εκτίθεται, αποποιείται την αμφίβολη τιμή ενός εθνικού μνημείου καθολικής αποδοχής.

Δημιούργησε το Τραγούδι –Ποταμός , Λαϊκό Ορατόριο και Μετασυμφωνικό, αλλά είναι κι ο ίδιος Ηγέτης – Ποταμός . Ξεχύνεται με ορμή, παρασέρνει τα εμπόδια στο πέρασμά του, ελίσσεται, αναζητά εναλλακτικές πορείες, κατεβάζει νερά, γόνιμα υλικά, κορμούς, πέτρες αλλά ποιος θα ανοίξει την κοίτη, θα φτιάξει «γεφύρια», «αρδευτικά», και «αντιπλημμυρικά» έργα και θα παράγει «ηλεκτρικό ρεύμα»; Το ίδιο πρόβλημα, το ίδιο ιστορικό έλλειμμα σε διαφορετικές ιστορικές καμπές. Το Πολιτικό Υποκείμενο της Αριστεράς ήταν αδύναμο να εκμεταλλευτεί με πληρότητα την ενέργεια που αποδέσμευε ο Ηγέτης- Ποταμός Μίκης. Ναι Ηγέτης πολιτικο-πολιτισμικός, πολύτροπος. Αν Ηγέτης – όχι απλά Πρωθυπουργός, Πρόεδρος, Υπουργός, αξιωματούχος, Γραμματέας Κόμματος- γίνεσαι όταν το εσωτερικό σου κάλεσμα συγχρονίζεται με το κάλεσμα της Ιστορίας στις μεγάλες στιγμές της, ε! τότε ο Μίκης Θεοδωράκης κατέχει δικαιωματικά αυτή την αναγνώριση.

Έχω βιώσει σε διαφορετικές εποχές την αμηχανία και το άγχος των κομματικών για το μέγεθος και την εκρηκτικότητά του. Δεν αναφέρομαι στο φόβο των κλειδοκρατόρων γραφειοκρατών, των «επαναστατών» με ωράριο. Ο Χαρίλαος μια γνήσια μορφή λαϊκού αγωνιστή, στον οποίο ο Μίκης αναφέρεται με τρυφερότητα με παρότρυνε «εξήγησέ του ότι παραείναι μεγάλος για το σημερινό κόμμα. Αυτός πού συνομιλεί με την αιωνιότητα θα κάθεται στο Πολιτικό Γραφείο να χρονοτριβεί με τις ώρες με την… με τον…. Θα το μπατάρει το Όργανο, θα το καπακιάσει, δεν χωρά». Φυσικά μετέφερε τις επιφυλάξεις, τις πιέσεις και τις αντιδράσεις άλλων, όχι τις δικές του. Σε άλλη περίπτωση του είπε ο ίδιος «Εσένα και μετά εκατό χρόνια θα σε τιμούν και θα σε μνημονεύουν, εμένα κανένας δεν θα με θυμάται, κανένας».

Όμως το ιστορικό έλλειμμα στη σχέση Μίκη με την κομματική Αριστερά υπολείπεται, είναι πολύ μικρότερο σε σύγκριση με το χάσμα που τον χωρίζει από τις εκάστοτε ολιγαρχίες.

Ο κρητικός, ο Έλληνας, ο Ευρωπαίος Μίκης – ένα όνομα γενικότερα για τον κόσμο της δημιουργίας – έκανε το Χρέος του. Επέδειξε, σε αντίθεση με την μεγαλοαστική τάξη, καινοτομικό πνεύμα, εξωστρέφεια και υψηλή παραγωγικότητα για την αναγέννηση της πατρίδας. Εκείνη αντίθετα απέτυχε ιστορικά στην αποστολή της να δημιουργήσει μια επαρκή παραγωγική βάση, βιώσιμη στον σημερινό κόσμο των ανοιχτών συνόρων, υλική προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό και την ευημερία του τόπου. Κι όμως κουνά το δάκτυλο από καθέδρας ενώ διακρίθηκε κυρίως στο να μποτιλιάρει αέρα κοπανιστό στη φούσκα του φθηνού δανεισμού προ κρίσης και της εύκολης κερδοσκοπίας που έσκασε με πάταγο κι απειλεί την ίδια την υπόσταση του ιστορικού έθνους των ελλήνων.

Η θεοδωράκεια διαλεκτική ένταση ανάμεσα στο πεπερασμένο και το άπειρο διαπερνά όλο του το έργο, Λαϊκό και Μετασυμφωνικό. Αν επιχειρήσουμε να μετασχηματίσουμε το σύνολο της δημιουργίας του σε ηχητικά κύματα θα δούμε στο σχετικό γράφημα την καμπύλη της μελωδίας του να εναλλάσσεται, να ανεβαίνει, να κατεβαίνει, να ακολουθεί απροσδόκητες μεταβολές, να σβήνει, να χάνεται, ξανά, και ξανά, από το μηδέν στο άπειρο, μα πάντα στο τέλος να ανταμώνει την αφετηρία, να επιστρέφει διαρκώς σε μερικά πρωταρχικά, «αρχέγονα» μοτίβα. Σ’ αυτά που αποτελούν τον βαθύτερο πυρήνα της Θεοδωρακικής έμπνευσης, ταυτότητας και ύπαρξης από τη μικρή του ηλικία. Εκείνα που σχηματίζουν το «ενιαίο όλον» του έργου του. Από πού όμως ξεπηδούν αυτά τα «αρχέγονα» μοτίβα μέσα στο Θεοδωρακικό Χάος; Ο Μίκης αισθάνεται ότι εισβάλλουν στο μυαλό του «απέξω», από μακριά, από μια Συμπαντική Αρμονία. Στην πραγματικότητα όμως είναι το «μεθύστερο βίωμα», η «αναδρομική φαντασίωση», το «εκ των υστέρων» του Επιμενίδη. Ο δημιουργός Μίκης βιώνει μια πλημμυρίδα-ποταμό, όταν προσεγγίζει στα θολά μια νέα ιδέα, μια πλημμυρίδα που σπάζει τα φράγματα του υποσυνείδητου του και απελευθερώνει με βία στη συνειδητή μουσική του δημιουργία ήχους, εικόνες, σκηνές, χρώματα, ουράνιες συμπαντικές αρμονίες και γεωμετρίες. Φαίνεται να εισβάλλουν «απέξω» αλλά προέρχονται από την υποσυνείδητη πλημμυρίδα του για την οποία δούλεψαν οι αιώνες. Από τη συμπιεσμένη ενορμητική του ενέργεια η οποία μετουσιώνεται σε τέχνη και προσφέρει μια σπάνια απόλαυση στο Θεοδωρακικό Εγώ και πραγματώνει την επικράτηση των ενορμήσεων του Έρωτα έναντι αυτών του Θανάτου. Ενορμήσεων που είναι και οι δύο εκρηκτικές στην προσωπικότητα -γνωστή και άγνωστη- του Μίκη. Αυτή είναι και η δωρεά της Μούσας στη μουσική του μεγαλοφυΐα. Στον θεοδωρακικό οίστρο. «Τα πιο μεγάλα αγαθά» λέει ο Σωκράτης στον Φαίδρο, «μας έρχονται διά μανίας»: τα μεγάλα των αγαθών ημίν γίγνεται διά μανίας. Οι μελλοντικοί μελετητές του Μίκη συνεπώς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι ο προσωπικός ψυχολογικός του Κύκλος, μια διαρκής συνομιλία -πόλεμος με το θάνατο, περιπλέκεται δίχως να ταυτίζεται με τον Κύκλο της Δημιουργίας του. Θα ’ρθει καιρός που θα εντρυφήσουμε βαθύτερα στο Θεοδωρακικό «Άργος», στη Θεοδωρακική «Θήβα», στη Νέα Ορέστεια, δηλαδή στην τραγωδία του νεότερου ελληνισμού.

Κι εγώ πριν σαράντα χρόνια διαισθανόμενος τις ουράνιες γεωμετρίες στο πλημμυρισμένο υποσυνείδητο του Εσταυρωμένου Διονύσου, του πέταξα: «είσαι μαθηματικός δίχως να το γνωρίζεις». «Κάνεις λάθος. Το γνωρίζω από την εφηβεία μου. Το μαθηματικό μου ταλέντο προανήγγειλε το μουσικό», μου απάντησε όπως ακριβώς το αναλύει τώρα μέσα από το «Διάλογοι στο Λυκόφως». Το ΄χω σίγουρο ότι με τον Μίκη θα συμβεί ότι και με τον Αϊνστάιν. Πριν εκατό χρόνια η δημιουργική φαντασία του επινόησε, δίχως αποδείξεις, τα βαρυτικά κύματα. Φάνηκε τότε μια έξοχη λογοτεχνία της φυσικής αλλά τώρα επιβεβαιώνεται. Το ίδιο και με την Θεοδωρακική “μεταφυσική”.

Όσο για μένα, ένα μικρό Πυλάδη, εκείνος προαναγγέλλει στο “Λυκόφως” ότι το καλύτερο βιβλίο μου θα είναι η μυθιστορηματική βιογραφία του Ορέστη-Μίκη.

Κι έτσι είναι αλλά αυτό με γέμισε άγχος, σκόπιμα ανέβαλλα γιατί ο Μίκης Θεοδωράκης αποτελεί ένα άπιαστο φαινόμενο σε διαρκή εξέλιξη και για να αποτυπώσουμε προβολικά το όλον της προσωπικότητας του όπως κι ένα γιγάντιο καθεδρικό ναό πρέπει να απομακρυνθούμε απ’ αυτόν, να τον δούμε από διαφορετικές αποστάσεις-εποχές, διαφορετικές γωνίες, διαφορετικές ματιές. Ανέβαλλα αλλά μετά τον Ελευθέριο Βενιζέλο είναι η δική του σειρά. Καθεδρικός όμως ένας επαναστάτης; Μα το έργο και η ζωή του είναι μια εξαγνιστική «θρησκευτική» τελετουργία του νέου ελληνισμού και το ‘χω σίγουρο πως θα ’ρθει καιρός πού μια ανοιχτόμυαλη Ορθοδοξία θα ανακηρύξει άγιο τον Εσταυρωμένο Διόνυσο, τον ελευθεριακό, πάσχοντα, ευδαίμονα, ερωτικό, αταξινόμητο, άναρχο και πρωτεϊκό Μίκη Θεοδωράκη. Ένα εσαεί ανοιχτό βιβλίο για να συμπληρώνουν γενιές και γενιές τις λευκές του σελίδες και να μετέχουν έτσι στην αθανασία του.

Το κείμενο αποτελεί πρόλογο στο βιβλίο του βιβλίου «Διάλογοι στο λυκόφως. 90 συνεντεύξεις» του Μίκη Θεοδωράκη, σε επιμέλεια υλικού Δέσποινας Ζηλφίδου το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΑΝΟS.

 

85f9bb90-15e3-4f5e-b286-1f46447c7ec5

 

FacebookTwitterGoogle+Share